Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και της πλήρους αιτιολογίας ως προϋποθέσεις νομιμότητας των αποφάσεων δημοσιονομικής διόρθωσης
Η ευθύνη για την υλοποίηση των συγχρηματοδοτούμενων από κοινούς πόρους πράξεων, που εντάσσονται σε επιχειρησιακά προγράμματα ανήκει κατά πρώτο λόγο στα κράτη μέλη (Καν (ΕΚ) 1083/2006). Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβαίνουν επί διαπίστωσης παρατυπιών σε δημοσιονομικές διορθώσεις - ανακτήσεις, που συνίστανται στην ακύρωση του συνόλου ή μέρους της δημόσιας συνεισφοράς στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη της φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών καθώς και την οικονομική απώλεια των Ταμείων. Η απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης που επιβάλλει επιστροφή εν όλω ή εν μέρει της χρηματικής συνδρομής των Ταμείων και της αντίστοιχης εθνικής συμμετοχής οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, ώστε το επιστρεπτέο ποσό να μην είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με την διαπιστωθείσα παρατυπία. Περαιτέρω, όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί με ακρίβεια το ποσό της προκληθείσης ζημίας και κρίνεται ότι η εξ ολοκλήρου ακύρωση της παράτυπης δαπάνης θα ήταν δυσανάλογη, επιβάλλεται κατ’ αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση, βάσει συντελεστών, το ποσοστό των οποίων καθορίζεται με βάση τη βαρύτητα της παράβασης, λαμβανομένων υπόψη και των σχετικών κατευθυντηρίων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Περαιτέρω, στο αναγκαίο περιεχόμενο της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης περιλαμβάνεται η αναλυτική αιτιολογία, με ειδική αναφορά στις διατάξεις που παραβιάστηκαν, καθώς και τον τρόπο παραβίασής τους. Η αιτιολογία πρέπει να περιέχεται, έστω και συνοπτικά, στο σώμα της απόφασης, δυνάμενη να συμπληρώνεται, περαιτέρω, με ρητή παραπομπή σε άλλα στοιχεία του φακέλου. Από την αιτιολογία αυτή πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική που έλαβε υπόψη του το όργανο για να εκδώσει την απόφαση. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να είναι ειδική και πλήρης, έτσι ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες για την ορθότητα της κρίσης του οργάνου.
Η παραβίαση τη αρχής της αναλογικότητας καθώς και η έλλειψη των αναγκαίων στοιχείων της αιτιολογίας καθιστά την απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης -ανάκτησης ακυρωτέα.
Αριθμ. απόφ. 704/2020
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΤΜΗΜΑ I
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του …
Για να δικάσει την από 3.7.2015 έφεση .. και το από 7.3.2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης …., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Βασιλικής Κωσταβάρα (Α.Μ. 6178/Δ.Σ. Θεσσσαλονίκης).
Κατά του Ελληνικού Δημοσίου ...
…
2. Με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου της 1 lnsΙουλίου 2006 «περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999» θεσπίστηκε, μεταξύ άλλων, ένα αποκεντρωμένο σύστημα εφαρμογής και ελέγχου των χρηματοδοτικών παρεμβάσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ταμείου Συνοχής, σύμφωνα με το οποίο η ευθύνη για την υλοποίηση των συγχρηματοδοτούμενων από κοινοτικούς πόρους πράξεων, που εντάσσονται στο πλαίσιο εφαρμογής εγκεκριμένων επιχειρησιακών προγραμμάτων, καθώς και ο έλεγχός τους, ανήκουν, κατά πρώτο λόγο, στην ευθύνη των κρατών μελών. Ειδικότερα, από τα άρθρα 70 και 98 του ως άνω Κανονισμού συνάγεται ότι τα κράτη μέλη, προκειμένου να εκπληρώσουν την ως άνω υποχρέωσή τους, λαμβάνουν, ιδίως, τα ακόλουθα μέτρα: ί) προλαμβάνουν, εντοπίζουν και διορθώνουν τις παρατυπίες, ii) ανακτούν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά μαζί με τους τόκους υπερημερίας, ανάλογα με την περίπτωση και iii) προβαίνουν στις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις όσον αφορά τις μεμονωμένες ή συστημικές παρατυπίες, οι οποίες συνίστανται στην ακύρωση του συνόλου ή μέρους της δημόσιας συνεισφοράς στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών, καθώς και την οικονομική απώλεια των Ταμείων. Περαιτέρω, όταν το κράτος μέλος, δια των οργάνων του, εκδίδει απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης, με την οποία ζητεί την επιστροφή του συνόλου ή μέρους της χρηματοδοτικής συνδρομής των Ταμείων (και της συναφούς εθνικής συμμετοχής), οφείλει να ασκεί την εξουσία του αυτή σεβόμενο την αρχή της αναλογικότητας κατά τρόπο ώστε το ποσό του οποίου ζητείται η επιστροφή να μην είναι δυσαναλόγως υψηλό σε σχέση με τις διαπραχθείσες παρατυπίες (πρβλ. ΔΕΕ, 25.3.2010, C-414/08, σκέψη 129).
3. Σε εθνικό επίπεδο, το ζήτημα του ελέγχου των δαπανών των προγραμμάτων, δραστηριοτήτων ή πρωτοβουλιών, που χρηματοδοτούνται ολικά ή μερικά από κοινοτικούς πόρους, καθώς και η αναζήτηση των τυχόν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών, ρυθμίζεται, κατ’ αρχήν, από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 101 έως 105 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 247) και ήδη των άρθρων 116 έως 124 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (...) δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 143), ενώ ειδικά για την προγραμματική περίοδο 2007-2013 (ΕΣΠΑ) εκδόθηκε ο ν. 3614/2007 «Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007 - 2013» (ΦΕΚ Α' 267). Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση, ιδίως, των άρθρων 104 του ν. 2362/1995 και 4, 7 και 26 του ν. 3614/2007, εκδόθηκε η 14053/ΕΥΣ 1749/27.3.2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Υπουργική απόφαση συστήματος διαχείρισης» (ΦΕΚ Β' 540), η οποία, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο Κεφάλαιο Δ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε αρχικά με την 43804/ΕΥΘΥ 2041/7.9.2009 όμοια απόφαση (ΦΕΚ Β' 1957) και εν συνεχεία με την 5058/ΕΥΘΥ 138/5.2.2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β' 292), ορίζει τα εξής: Στο άρθρο 8 ότι: «1. Οι διαδικασίες δημοσιονομικής διόρθωσης και η ανάκτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από πόρους του κρατικού προϋπολογισμού ή τον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την υλοποίηση έργων συγχρηματοδοτούμενων στο πλαίσιο των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2007-2013, εφαρμόζονται: (α) (...) (β) από τις Διαχειριστικές Αρχές, τις Ενδιάμεσες Διαχειριστικές Αρχές, τους Ενδιάμεσους Φορείς Διαχείρισης των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, κατόπιν διοικητικής ή επιτόπιας επαλήθευσης που διενεργούν σε πράξεις των οποίων έχουν αναλάβει τη διαχείριση (...)». Στο άρθρο 10 ότι: «1. Μετά την ολοκλήρωση της επιτόπιας επαλήθευσης/επιθεώρησης (...) συντάσσεται από τα αρμόδια όργανα του άρθρου 8 της παρούσας (...) σχετική έκθεση επαλήθευσης/επιθεώρησης (...) 2. Στην περίπτωση που, κατά την επαλήθευση/επιθεώρηση διαπιστώνεται παρατυπία και αφορά δαπάνες για τις οποίες έχει καταβληθεί η αντίστοιχη δημόσια συνεισφορά, αυτή αναφέρεται στην έκθεση με κατάλληλη τεκμηρίωση και αναφορά των διατάξεων που παραβιάστηκαν και προτείνεται δημοσιονομική διόρθωση και κατά περίπτωση η ανάκτηση των ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (...) 5. Τα συμπεράσματα και οι συστάσεις της επαλήθευσης/επιθεώρησης κοινοποιούνται εγγράφως στον κάθε ελεγχόμενο φορέα από την υπηρεσία που διενήργησε την επαλήθευση/επιθεώρηση, εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την σύνταξή της. Στην περίπτωση που προτείνεται δημοσιονομική διόρθωση ή/και ανάκτηση η έκθεση κοινοποιείται εγγράφως στον κάθε ελεγχόμενο φορέα (...)». Στο άρθρο 11 ότι: «1. Ο ελεγχθείς φορέας μπορεί (...) να υποβάλει στην αρμόδια αρχή εγγράφως τις αντιρρήσεις του (...) 2. Οι αντιρρήσεις εξετάζονται από την αρμόδια αρχή που διενήργησε την επαλήθευση ή την επιθεώρηση (...) η οποία και εκδίδει σχετική απόφαση επί των αντιρρήσεων (...) 3. Μετά την εξέταση των αντιρρήσεων ή την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας υποβολής τους το πόρισμα της έκθεσης επαλήθευσης/επιθεώρησης οριστικοποιείται (...) με την έκδοση απόφασης με την οποία οριστικοποιείται η δημοσιονομική διόρθωση κατά το μέρος που κριθούν αβάσιμες οι αντιρρήσεις (...)». Στο άρθρο 13 ότι: «1. Στην απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης αναφέρονται (...) (α) Ο φορέας ή οι φορείς (φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή δημόσιες υπηρεσίες) στους οποίους επιβάλλονται δημοσιονομικές διορθώσεις, (...) (γ) Η αναλυτική αιτιολογία της δημοσιονομικής διόρθωσης, με ειδική αναφορά στις διατάξεις που παραβιάστηκαν καθώς και τον τρόπο παραβίασής τους (...) 2. Στην περίπτωση που προβλέπεται ανάκτηση στην απόφαση (...) αναφέρονται: (α) (...) (γ) Η αιτία της επιστροφής του ποσού (...)». Στο άρθρο 14 ότι: «1. Αναλογικές δημοσιονομικές διορθώσεις. Το ποσό της δημοσιονομικής διόρθωσης, το οποίο επιβάλλεται από τα αρμόδια όργανα, υπολογίζεται, με βάση τις μεμονωμένες παράτυπες δαπάνες που ο δικαιούχος δήλωσε στην αρμόδια αρχή διαχείρισης και ισούται προς το ποσό της προκληθείσας ζημίας ή με βάση την αρχή της αναλογικότητας στις περιπτώσεις μη τήρησης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων από τους δικαιούχους. 2. Κατ’ αποκοπή διορθώσεις. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ποσό της προκληθείσας ζημίας και η εξ ολοκλήρου ακύρωση της παράτυπης δαπάνης θα ήταν δυσανάλογη, τα αρμόδια όργανα τα οποία έχουν αναλάβει αρμοδιότητες διαχείρισης επιχειρησιακού προγράμματος ή η Αρχή Πιστοποίησης, επιβάλλουν δημοσιονομικές διορθώσεις κατ’ αποκοπή, υπολογίζοντας τη βαρύτητα της παράβασης που οδήγησε στη διαπιστωθείσα παρατυπία. Το ποσοστό της κατ’ αποκοπή δημοσιονομικής διόρθωσης που εφαρμόζεται στον επηρεαζόμενο από τη μεμονωμένη ή συστημική παρατυπία πληθυσμό καθορίζεται με βάση τη βαρύτητα της παράβασης, λαμβανομένων υπόψη και των σχετικών κατευθυντηρίων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιλαμβάνονται στο έγγραφο COCOF07/0037/03/29.11.2007 και C(2011) 7321/19.10.2011
4. Με την προαναφερόμενη 14053/ΕΥΣ 1749/27.3.2008 υπουργική απόφαση (ΥΑ), όπως το Κεφάλαιο Δ αυτής τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε μεταγενέστερα, θεσπίστηκε ειδική διαδικασία επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων ή/και ανάκτησης των ποσών που, κατόπιν επιτόπιας επαλήθευσης από τις Διαχειριστικές Αρχές ή τις Ενδιάμεσες Διαχειριστικές Αρχές ή τους Ενδιάμεσους Φορείς Διαχείρισης, διαπιστώθηκε ότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στο πλαίσιο υλοποίησης προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων από το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ) για την προγραμματική περίοδο 2007-2013. Η διαδικασία αυτή, στην περίπτωση που είτε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων από τον ελεγχόμενο κατά της έκθεσης επιτόπιας επαλήθευσης είτε οι τυχόν υποβληθείσες αντιρρήσεις κριθούν αβάσιμες, προβλέπει την έκδοση απόφασης δημοσιονομικήςδιόρθωσης από το αρμόδιο όργανο, που οριστικοποιεί το πόρισμα της έκθεσης επιτόπιας επαλήθευσης. Δοθέντος δε ότι σκοπός των δημοσιονομικών διορθώσεων είναι η επαναφορά σε μια κατάσταση όπου το 100% των δαπανών που δηλώνονται για συγχρηματοδότηση ακολουθεί την εκάστοτε ισχύουσα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, το ποσό τους, εφόσον είναι εφικτό, ισούται με το ποσό της εσφαλμένα χρεωθείσας στο Ταμείο παράτυπης δαπάνης (αναλογική δημοσιονομική διόρθωση). Ωστόσο, όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί με ακρίβεια το ποσό της προκληθείσας ζημίας και κρίνεται ότι η εξ ολοκλήρου ακύρωση της παράτυπης δαπάνης θα ήταν δυσανάλογη, επιβάλλεται κατ’ αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση, βάσει συντελεστών, το ποσοστό των οποίων καθορίζεται με βάση τη βαρύτητα της παράβασης, λαμβανομένων υπόψη και των σχετικών κατευθυντηρίων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (σχετικά τα έγγραφα C(2001) 476/2.3.2001, COCOF07/0037/03/29.11.2007 και C(2013) 9527 final). Εξάλλου, στο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης - ανάκτησης περιλαμβάνεται η αναλυτική αιτιολογία της με ειδική αναφορά στις διατάξεις που παραβιάστηκαν, καθώς και τον τρόπο παραβίασής τους, η οποία πρέπει να περιέχεται, έστω και συνοπτικά, στο σώμα αυτής, δυνάμενη να συμπληρώνεται, περαιτέρω, με ρητή παραπομπή σε άλλα στοιχεία του φακέλου και, ιδίως, σε εκείνα που τεκμηριώνουν την σοβαρή μη συμμόρφωση του φορέα υλοποίησης στις υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα, από την αιτιολογία αυτή πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική που έλαβε υπόψη του το όργανο για να εκδώσει την απόφαση, προκειμένου να μπορούν, οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη του σε βάρος τους δυσμενούς διοικητικού μέτρου, ώστε να είναι σε θέση να οργανώσουν κατάλληλα την άμυνά τους, ο δε δικαστής να ασκήσει τον έλεγχό του (πρβλ. ΠΕΚ, 16.7.1998, Τ-72/97, σκ. 102, και Τ-199/99, 26.9.2002, σκ. 100-102). Εξάλλου, η αιτιολογία αυτή πρέπει να είναι ειδική και πλήρης, έτσι ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες για την ορθότητα της κρίσης του διοικητικού οργάνου. Η έλλειψη των ανωτέρω στοιχείων καθιστά την απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης - ανάκτησης ακυρωτέα, λόγω μη νόμιμης αιτιολογίας.
…
10. …ουσιώδες γνώρισμα της κατ’ αποκοπή δημοσιονομικής διόρθωσης είναι η αδυναμία επακριβούς προσδιορισμού της προκληθείσας ζημίας και, ως συνέπεια αυτού, η επιβολή ποσοστιαίας διόρθωσης ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, παρότι η επιβληθείσα διόρθωση φέρεται ως «κατ’ αποκοπή», στην πραγματικότητα πρόκειται για αναλογική δημοσιονομική διόρθωση, συνιστάμενη στην αμοιβή του διαχειριστή …. Με τον τρόπο αυτό, αφενός μεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 14.1 και 14.2 της 14053/ΕΥΣ 1749/27.3.2008 ΥΑ, διότι δεν εφαρμόστηκε συγκεκριμένο ποσοστό κατ’ αποκοπή δημοσιονομικής διόρθωσης επί της ληφθείσας οικονομικής ενίσχυσης (π.χ. 5%), αλλά κατ’ ουσίαν επιβλήθηκε αναλογική διόρθωση, αφετέρου δε, η εν λόγω διόρθωση,… , επιβλήθηκε επί αντικειμένου (αμοιβή διαχειριστή) άσχετου και ασύνδετου με την διαπιστωθείσα παρατυπία, … και, επομένως, κατά την αιτιολογημένη κρίση του Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης (ΕΥΚΕΚΟ), έπρεπε να συνίσταται σε ποσοστό των παρανόμως, κατά τα ανωτέρω, αναληφθέντων και εν γένει διαχειρισθέντων χρηματικών ποσών (βλ. σκέψη 4). Ενόψει αυτών, η ένδικη δημοσιονομική διόρθωση, ως προς το πρώτο κεφάλαιο, πρέπει να ακυρωθεί, όπως βάσιμα προβάλλεται από την εκκαλούσα.
…
12.Ως προς την επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης … η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα γενόμενα δεκτά στην σκέψη 4, τυγχάνει πλημμελώς αιτολογημένη, διότι από την Έκθεση Επιτόπιας Επαλήθευσης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, έστω συνοπτικά, το σκεπτικό βάσει του οποίου κρίθηκε ότι το κόστος της συγκεκριμένης ιστοσελίδας (4.943,61 ευρώ) ήταν υψηλό ούτε εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους η ανωτέρω δαπάνη κρίθηκε εύλογη μέχρι του ποσού των 2.000,00 ευρώ και «μη εύλογη» για το υπερβάλλον ποσό. Επίσης, ελλείπει παντελώς η επίκληση και παράθεση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου (π.χ. συγκριτικά στοιχεία κόστους ανάλογων έργων) που να επιστηρίζει τις σχετικές κρίσεις. Ενόψει αυτών, όπως βάσιμα προβάλλεται από την εκκαλούσα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, πρέπει να ακυρωθεί.
…
14. ... Οι αντιρρήσεις, ως προς τα κεφάλαια αυτά, απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι «η εκ των υστέρων κατάθεση των στοιχείων πιστοποίησης δεν μπορεί να γίνει δεκτή».
15. Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διαπιστώσεις Ε και ΣΤ, είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, όπως βάσιμα προβάλλεται με την έφεση, διότι μετά την υποβολή, με τις αντιρρήσεις, συγκεκριμένων στοιχείων εκ μέρους της εκκαλούσας, που κατά τους δικούς της ισχυρισμούς αποδείκνυαν το αβάσιμο των αρχικών διαπιστώσεων, τουλάχιστον κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους, όφειλε η ΕΥΚΕΚΟ να λάβει σαφή θέση επί των ισχυρισμών και των στοιχείων που υποβλήθηκαν και να εξηγήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους αυτά δεν γίνονται δεκτά. Η διαλαμβανόμενη δε αιτιολογία ότι τα εκ των υστέρων υποβληθέντα στοιχεία πιστοποίησης δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, παρίσταται ασαφής, αόριστη και συμπερασματική, διότι δεν εκτίθεται το σκεπτικό που επιστηρίξει την σχετική κρίση, όταν μάλιστα τα στοιχεία αυτά αναφέρονται σε ενέργειες που φέρεται να είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του φυσικού αντικειμένου, δηλαδή πριν συνταχθεί η Έκθεση Επιτόπιας Επαλήθευσης. Ανεξαρτήτως, δε, των ανωτέρω πλημμελειών της παρατεθείσας αιτιολογίας της προσβαλλομένης, εφόσον συνομολογείται από τον έλεγχο ότι υλοποιήθηκε τμήμα του φυσικού αντικειμένου, το οποίο, βάσει και των στοιχείων που υποβλήθηκαν με τις αντιρρήσεις, τα οποία δεν αντικρούονται ειδικά, άγει στην παραδοχή ότι αντιστοιχεί στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ενεργειών των οικείων δράσεων (π.χ. …), το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ολικής δημοσιονομικής διόρθωσης ως προς τα κεφάλαια αυτά (πέμπτο και έκτο) αντίκειται και στην αρχή της αναλογικότητας, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, καθώς συνιστά μέτρο δυσαναλόγως υψηλό σε σχέση με τις διαπραχθείσες παρατυπίες (βλ. σκέψη 2), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο Ενδιάμεσος Φορέας Διαχείρισης (ΕΥΚΕΚΟ) ούτε επικαλείται ούτε τεκμηριώνει ότι μόνο η συνολική, σε ποσοστό 100%, υλοποίηση των ενεργειών των επίμαχων δράσεων (2 και 3) μπορούσε να εξυπηρετήσει αποτελεσματικά τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτά (Ε και ΣΤ) τυγχάνει ακυρωτέα.
16. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει εν μέρει δεκτή, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να περιοριστεί η επιβληθείσα σε βάρος της εκκαλούσας δημοσιονομική διόρθωση …».
EN
GR