Αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ

Της Βασιλικής Κωσταβάρα, Δρ.Ν.

Σημείωμα επί της με αρ. 1995/2018 απόφασης του ΔΕφΘεσ:
Η κατά τη διάρκεια των επεισοδίων (που έλαβαν χώρα στη Θεσσαλονίκη την 8η Δεκεμβρίου 2008 με αφορμή το θανάσιμο τραυματισμό του Αλέξανδρου – Ανδρέα Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια Αθηνών την 6η Δεκεμβρίου) καταστροφή ιδιοκτησιών ιδιωτών από άτομα που έδρασαν ανεξέλεγκτα οφείλεται στην αδράνεια της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας. Οι ισχυρισμοί του Δημοσίου ότι συνέτρεξαν λόγοι ανωτέρας βίας ή συνθήκες έκτακτης ανάγκης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου σε αποζημίωση για την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής υλικής ζημίας, επιπλέον και της ηθικής βλάβης, έχει ως νόμιμο έρεισμα τα άρθρα 105 ΕισΝΑΚ και 932 ΑΚ.
Οι ενστάσεις περί συντρέχοντος πταίσματος κατά το άρθρο 300 ΑΚ καθώς και συμψηφισμού ζημίας – κέρδους, με επίκληση την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης, είναι αυτοτελείς και παραδεκτά προβάλλονται μόνο με την έκθεση απόψεων και όχι με υπόμνημα, διότι κατά το άρθρο 138 ΚΔΔ με το υπόμνημα μπορεί να γίνει μόνο ανάπτυξη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών.

Αρ. Απόφασης 1995/2018

 


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ'
ΤΡΙΜΕΛΕΣ
(Διαδικασία διοικητικών διαφορών ουσίας)

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 8 Μαρτίου 2017, με δικαστές τις: Ζαφειρούλα Βασιλάτη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Βασιλική Δάγκα και Ιωάννα Γρηγοροπουλουεισηγήτρια), Εφέτες Δ.Δ., και με γραμματέα την Ευστρατία Μπαρμπέρη, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την από 3-6-2016 (με αριθμ. κατ. ΕΦ 529/2016) έφεση,

του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, για το οποίο παραστάθηκε, με δήλωση του άρθρου 133 του Κ.Δ.Δ., η δικαστική αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ) Αικατερίνη Λημνιώτου,

κατά της ….... εταιρίας με την επωνυμία « …. » που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, οδός ..., η οποία εκπροσωπείται από τον … , κάτοικο Θεσσαλονίκης ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Κωσταβάρα,

κ α ι της 120/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο.

Η κρίση του είναι η εξής: 1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου (άρθρ. 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 -31 Α', που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 παρ. 2 περ. ζ' του Κωδ.Δι.Δικ.- ν. 2717/1999-97 Α') ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 120/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης. Με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 13-3-2012 αγωγή της εφεσίβλητης ... και υποχρεώθηκε το ήδη εκκαλούν Δημόσιο να καταβάλει στην εφεσίβλητη ποσό ύψους 278.446,29 ευρώ νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και ειδικότερα: α) το ποσό των 273.446,29 ευρώ ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. για την αποκατάσταση της ζημίας της (θετική ζημία υψους 261.328,22 ευρώ και διαφυγόν κέρδος υψους 12,118,07 ευρώ) που υπέστη από παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς της, παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, απόρροια των οποίων ήταν η ολοσχερής καταστροφή από εμπρησμό της επιχείρησής της που προκλήθηκε από άτομα που συμμετείχαν σε πορεία στη Θεσσαλονίκη στις 8-12-2008 και β) το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του Α.Κ.
2. Επειδή ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος ...». Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη τελέσεως από τα όργανά του επιβεβλημένου σ' αυτά εκ του ως άνω νόμου καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ' ιδίαν προσώπων. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. ΣτΕ 1049/2016, 4283/2014, 1590/2010, 1364/08, 648/08, 307/07, 3706/01, 3919/01, 28/2000 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία εκ της ανωτέρω αιτίας, τα δε δικαστήρια της ουσίας δύνανται, επί πλέον, να επιδικάζουν εις βάρος τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 474/2016, 1826/2014 κ. ά.).
3. Επειδή, περαιτέρω, με τις διατάξεις του ν. 2800/2000 (Α' 41), περί αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και συστάσεως Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ., προβλέπεται ότι η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφαλείας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, πλην των χώρων αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος (άρθρα 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 εδάφιο α'), και έχει ως ειδικότερη αποστολή, εκτός άλλων, την «απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών», «τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας και την παροχή έννομης προστασίας στους πολίτες», «την τήρηση της τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις», καθώς και «την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών κατά τις εκδηλώσεις αυτές», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Επίσης, με τις διατάξεις του ν. 3511/2006 ( Α' 258) «Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι το Πυροσβεστικό Σώμα (ΠΣ.) είναι ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας με αποστολή «την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών ....από τους κινδύνους των πυρκαγιών, θεομηνιών και λοιπών καταστροφών» και αρμοδιότητα «την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της καταστολής των πυρκαγιών και την παροχή συνδρομής για τη διάσωση των ατόμων και υλικών αγαθών, που απειλούνται από αυτές», καθώς και «τη διατήρηση και προστασία της κοινωνικής ασφάλειας από τα εγκλήματα εμπρησμού (άρθρα 264, 265, 266, 267 ΠΚ)». Συνεπώς, οι ανωτέρω διατάξεις, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπουν και στην προστασία των περιουσιών των καθ' έκαστον ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή τους από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, δύναται να στοιχειοθετήσει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Σ.τ.Ε. 1364/2008, 648/2008, 28/2000). Δεν υφίσταται υποχρέωση αποζημίωσης όταν πρόκειται περί ασυνήθων περιπτώσεων που υπερβαίνουν τις δυνατότητες των δυνάμεων της Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος και ανάγονται έτσι στην έννοια της ανωτέρας βίας (πρβλ. ΣτΕ 1049/2016, 952/2010, 2741/2007).4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η εφεσίβλητη ...έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη, … και δραστηριοποιείται … στο εμπόριο των προϊόντων .... Με την από 13-3-2012 αγωγή της εξέθεσε ότι κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων διαμαρτυρίας στις 8-12-2008 στην πόλη της Θεσσαλονίκης με αφορμή το θανάσιμο τραυματισμού του ανήλικου μαθητή Αλέξανδρου-Ανδρέα Γρηγορόπουλου που είχε συμβεί στα Εξάρχεια της πόλης των Αθηνών στις 6-12-2008, συνέβησαν επεισόδια, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή από εμπρησμό της επιχείρησής της, η οποία προκλήθηκε από άτομα που συμμετείχαν σε πορεία. Οπως προέβαλε, απόρροια της αδράνειας των αστυνομικών δυνάμεων, αλλά και του εσφαλμένου σχεδιασμού της όλης επιχείρησης, κατά την οποία ελήφθησαν μέτρα για την προστασία συγκεκριμένων και μόνον κτηρίων, ως πιθανών στόχων, ήταν άτομα να δράσουν ανεξέλεγκτα, να διαρρήξουν τρυπώντας με βαρύ αιχμηρό αντικείμενο τα μεταλλικά προστατευτικά στόρια που κάλυπταν περιμετρικά τη γυάλινη βιτρίνα του καταστήματός της και να ρίξουν εντός αυτού βόμβα «μολότωφ», εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε πυρκαγιά, για την κατάσβεση της οποίας η πυροσβεστική υπηρεσία δεν κατέφθασε εγκαίρως, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του. Ειδικότερα, με την αγωγή υποστήριξε ότι για την ως άνω καταστροφή της περιουσίας της υφίσταται ευθύνη του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. από παράνομες παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους των αρμοδίων οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, τα οποία δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της περιουσίας της κατά τη διάρκεια της ως άνω πορείας και των επεισοδίων που επακολούθησαν. Οπως ειδικότερα εξέθεσε, κατά τη διάρκεια της πορείας, όταν ξεκίνησαν τα επεισόδια με τη φθορά υαλοπινάκων καταστημάτων, η αστυνομία παρέμεινε αμέτοχη, χωρίς να τα καταστείλει εν τη γενέσει τους, ενώ όταν τα επεισόδια άρχισαν να οξύνονται και άτομα εκτός της πορείας άρχισαν να ρίχνουν βόμβες «μολότωφ», η αστυνομία δεν έλαβε κανένα μέτρο απώθησης αυτών. Για την απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών της η ήδη εφεσίβλητη εταιρία επικαλέσθηκε και προσκόμισε πρωτοδίκως: α) την με αριθ. πρωτ. 21437 Φ.706.8/16-12-2008 Βεβαίωση του Τμήματος Πυρασφάλειας της Διοίκησης Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και την με αριθ. πρωτ. 1052/8/700-ρνβ/22-12-2008 βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης περί της ολοσχερούς καταστροφής του καταστήματος της εξαιτίας πυρκαγιάς που προκλήθηκε από βόμβα «μολότωφ» την οποία έριξαν άγνωστοι «κουκουλοφόροι» στις 8-12-2008 περί ώρα 19:30, και β) την από 2-4-2015 νομοτύπως κατά το άρθρο 185 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α' 97) ληφθείσα ένορκη κατάθεση του μάρτυρα … ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατέθεσε ότι: «Είμαι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης …. Το κατάστημά μου απέχει 20 μέτρα από το κατάστημα …. . Η αστυνομία είχε οχυρώσει τις δυνάμεις της γυρω από το αστυνομικό κατάστημα, καταλαμβάνοντας και το χώρο-πεζοδρόμιο κάτω από τη στοά που υπάρχει έως την οδό Ερμού. Όταν έφτασε η πορεία και άρχισαν τα επεισόδια από τους κουκουλοφόρους γυρω από τα καταστήματα .. που βρισκόμουν εγώ, δεν είδα κανένα αστυνομικό να επεμβαίνει για να σταματήσει τους κουκουλοφόρους που έσπαζαν βιτρίνες κυρίως... Δρούσαν ανενόχλητοι. Δεν υπήρχε παρουσία αστυνομικής δύναμης. Δεν έγινε χρήση χημικών ή άλλη επέμβαση για να τους απομακρύνουν Όταν ήρθε η αστυνομία και η πυροσβεστική είχαν καεί όλα... Καμία παρέμβαση δεν υπήρχε από αστυνομία και όταν ο καπνός πύκνωσε.... Δεν υπήρχε αστυνομική δύναμη στο τέλος της πορείας όπου υπήρχαν οι ομάδες των κουκουλοφόρων. Η πορεία διαδήλωσε ειρηνικά και στο τέλος αυτοί προκαλούσαν φθορές. Πάνω από δέκα ομάδες των 4-8 ατόμων δεν ήταν όλοι μαζί. Το κατάστημα έμεινε κλειστό για περίπου 20 ημέρες...». Κατόπιν αυτών, με την αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει ποσό ύψους 274.069,37 ευρώ ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. για την αποκατάσταση της ζημίας της (θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος), καθώς το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του Α.Κ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ αυτών και τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα από το Δημόσιο έγγραφα (διαταγές κλπ), έλαβε υπόψιν του ότι: α) η αστυνομία έλαβε μέτρα για την προστασία των αστυνομικών τμημάτων και των θεωρούμενων ως πιθανών στόχων δημοσίων (Δικαστικό και Δημαρχιακό μέγαρο) και ιδιωτικών κτηρίων (προξενεία, κτίρια κομμάτων και Μ.Μ.Ε), όπως υποστήριξε και το Ελλ. Δημόσιο με το υπόμνημά του και προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, ωστόσο, ήδη κατά το σχεδιασμό της επιχείρησης, δεν μερίμνησε για την λήψη μέτρων για την προστασία των ιδιωτικών καταστημάτων που βρίσκονταν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, παρά το ότι ήταν σφόδρα πιθανό, κατά τα κοινώς γνωστά, ότι θα πραγματοποιούνταν επεισόδια, για το λόγο, δε, αυτό διατάχθηκε γενική επιφυλακή του συνόλου του προσωπικού της Αστυνομίας ήδη από την προηγούμενη ημέρα, β) στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και στην επακολουθήσασα πορεία συμμετείχαν περί τα 3.500 άτομα, όμως, στα επεισόδια συμμετείχαν μεμονωμένες ολιγομελείς ομάδες εκτός της πορείας, οι οποίες προκάλεσαν φθορές ξένης ιδιοκτησίας ρίχνοντας βόμβες «μολότωφ» σε ιδιωτικά καταστήματα, εκ των οποίων 14, μεταξύ αυτών και της ήδη εφεσίβλητης καταστράφηκαν ολοσχερώς και 68 υπέστησαν υλικές φθορές, γ) ότι τα επεισόδια παρότι ήταν μεν εκτεταμένα στις κεντρικές οδούς της Θεσσαλονίκης, ήταν, όμως, όλως εντοπισμένα, αλλά δεν υπήρξε έστω και διακριτική παρακολούθηση των συγκεκριμένων ομάδων από τις αστυνομικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, ούτε χρησιμοποιήθηκε κάποιο μέτρο ή μέσο απώθησης των ατόμων (π.χ. περιορισμένη χρήση χημικών, χρήση αντλιών νερού κ.α.), μέτρα τα οποία ευχερώς θα μπορούσαν να ληφθούν, όπως συνέβη ήδη από το πρωί της ίδιας μέρας όταν οι αστυνομικές δυνάμεις απώθησαν κουκουλοφόρους, οι οποίοι είχαν επιτεθεί με πέτρες και εμπρηστικές κατασκευές στο Αστυνομικό Τμήμα του Λευκού Πύργου, και δ) ότι κατά την ρίψη βόμβας «μολότωφ» και τον εμπρησμό του καταστήματος της ήδη εφεσίβλητης δεν εμφανίσθηκε καμία αστυνομική δύναμη, … , χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να προσκομίζει κανένα στοιχείο ανταπόδειξης περί τούτου. Εξάλλου, η εκκαλουμένη έλαβε υπόψιν της ότι, παρότι είχαν συγκροτηθεί ομάδες σύλληψης ατόμων που θα προέβαιναν σε έκνομες ενέργειες, οι αστυνομικές αρχές διατάχθηκαν να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου επέμβασης σε περιστατικά βίας καθώς και από τη λήψη οποιουδήποτε κατασταλτικού μέσου, αφού συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, το υπ' αριθ. πρωτ. 1027/1/89-κε/8-12-2008 έγγραφο του Διευθυντή της ΔΑΘ/ΥΕΛ/ΤΕΣ, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι αστυνομικοί που διατέθηκαν για περιπολίες διατάχθηκαν να μην διέρχονται πλησίον εκδηλώσεων βίας, βανδαλισμών και λεηλασιών, ώστε να αποφευχθεί, αφενός οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον τους, αφετέρου «απολύτως» κάθε περίπτωση τυχαίας εμπλοκής του προσωπικού ή των υπηρεσιακών οχημάτων σε αντιπαράθεση, ιδιαίτερα σε περιστατικά βίας. Κατόπιν αυτών, έκρινε ότι υφίσταται ευθύνη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου για την καταστροφή που υπέστη το κατάστημα της ήδη εφεσίβλητης, και ότι συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του Δημοσίου, καθώς και τους ειδικότερα προβαλλόμενους ισχυρισμούς του περί ανωτέρας βίας και κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπως και τον εμμέσως προβαλλόμενο ισχυρισμό περί κινδύνου εκτροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος σε περίπτωση προσβολής της ζωής των πολιτών κατά την καταστολή των ως άνω επεισοδίων, διότι δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι προέκυψε τέτοιος κίνδυνος. Στη συνέχεια, με βάση τα προσκομισθέντα από την ήδη εφεσίβλητη … στοιχεία … καθόρισε το ύψος της θετικής της ζημίας … σε ποσό 261.328,22 ευρώ, τα, δε, διαφυγόντα κέρδη της σε ποσό 12.118,07 ευρώ, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς με τους οποίους το Δημόσιο αμφισβήτησε πρωτοδίκως τα ποσά αυτά ως αορίστως και αναποδείκτως προβληθέντες, ενώ περαιτέρω, εκτιμώντας τις περιστάσεις επιδίκασε ποσό ύψους 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στην ήδη εφεσίβλητη, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 278.446,29 ευρώ, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή. Με την κρινόμενη έφεση το εκκαλουν Δημόσιο, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως εσφαλμένης.
5. Επειδή, το εκκαλούν Δημόσιο προβάλλει ότι δεν συντρέχει ευθύνη του για αποζημίωση, διότι δεν υφίσταται παράνομη παράλειψη των αστυνομικών και πυροσβεστικών οργάνων. Ειδικότερα, προβάλλει ότι ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή επεισοδίων, καθόσον όλη η δύναμη της αστυνομίας τέθηκε σε γενική επιφυλακή, βρίσκονταν εν υπηρεσία όλο το δυναμικό της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης, και δύο διμοιρίες επιτηρούσαν κατά την πραγματοποίηση της πορείας σε κομβικές οδούς της πόλης. Προς τούτο απαριθμεί τις σχετικές διαταγές περί γενικής επιφυλακής, καθώς και τις ενέργειες τις οποίες έλαβε για την προστασία συγκεκριμένων δημοσίων (αστυνομικά τμήματα, Δημοτικό κατάστημα, Δικαστήρια, εγκαταστάσεις Μετρό) και ιδιωτικών κτιρίων (Τραπεζών κλπ), όπως είχε επικαλεσθεί και πρωτοδίκως. Επιπροσθέτως, προβάλλει ότι ενισχύθηκαν οι περιπολίες, ενημερώθηκαν όλοι οι αρμόδιοι (Τράπεζες, Δήμος Θεσσαλονίκης) για να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, ενώ επιπλέον ελήφθη μέριμνα για την εξασφάλιση της παρουσίας λειτουργού της οικείας Εισαγγελικής Αρχής στο κέντρο συντονισμού αστυνομικών δράσεων. Περαιτέρω, το εκκαλούν προβάλλει ότι τα επεισόδια ήταν εκτεταμένα, η συμμετοχή των πολιτών στις πορείες ήταν πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα, καθόσον σημειώθηκαν στο σύνολο της Επικράτειας, τα επεισόδια έλαβαν εκτεταμένες διαστάσεις με εξαρχής αμείωτη, και όχι σταδιακά κλιμακούμενη, σφοδρότητα, και διήρκεσαν με την ίδια αυξημένη ένταξη για περίπου μία εβδομάδα, με αποτέλεσμα να λάβουν χαρακτήρα μαζικής εγκληματικής δράσης και ως εκ τούτου συνέτρεξαν οι όροι της κατάστασης ανάγκης και της ανωτέρας βίας που απαλλάσσουν το Ελληνικό Δημόσιο από την αποζημιωτική του ευθύνη. Τέλος, το Δημόσιο προβάλλει ότι το προσωπικό της πυροσβεστικής υπηρεσίας έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της περιουσίας των πολιτών, και ότι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης επιχειρούσε σχεδόν όλη διαθέσιμη πυροσβεστική δύναμη.
6. Επειδή, από τα προαναφερθέντα στοιχεία, προκύπτει ότι τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψαν να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα ή εν πάση περιπτώσει, εφόσον ελήφθησαν αυτά, ήταν ανεπαρκή, για την αστυνόμευση και φύλαξη των περιοχών από τις οποίες θα διερχόταν η πορεία, και ιδίως των περιοχών στις οποίες αυτή θα μπορούσε να εκταθεί, στις οποίες συγκαταλέγεται, κατά τα κοινώς γνωστά, και η περιοχή στην οποία βρίσκεται το κατάστημα της εφεσίβλητης (κέντρο της πόλης). Ειδικότερα, παρότι τα όργανα του εκκαλούντος ήταν ενήμερα για τις προγραμματισμένες πορείες καθώς και για τα επεισόδια που είχαν προηγηθεί στην Αθήνα στις 6 και 7 Δεκεμβρίου 2008 (βλ. σχετ. υπ' αριθ. πρωτ. 69/145/3/370-α' /7-12-2008 έγγραφο του Ταξιάρχου … της Δ.Α.Θ./ΥΚΑ/Τμήμα 3ο Ενημέρωσης), ωστόσο δεν προκύπτει ότι προέβλεψαν, κατά το σχεδιασμό του επιχειρησιακού σχεδίου δράσης, για τα μέτρα τα οποία θα έπρεπε να ληφθούν από τις αστυνομικές και πυροσβεστικές αρχές για την προστασία της περιουσίας των πολιτών από τα επεισόδια που ήταν σφόδρα πιθανό, κατά τα κοινώς γνωστά, να προκληθούν στο κέντρο της πόλης από μεμονωμένες ολιγομελείς ομάδες εκτός της πορείας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, και εξάλλου, συνομολογείται από το εκκαλούν, ελήφθησαν μέτρα για την προστασία δημοσίων, αλλά και ιδιωτικών κτιρίων (Τραπεζών κ.α.) όπως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πρωτοδίκως και επαναλαμβάνονται με την έφεση, τα οποία θεωρήθηκαν ως πιθανοί στόχοι βανδαλισμών, αλλά δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν μέτρα, για την προστασία ιδιοκτησιών στην πέριξ περιοχή, μεταξύ αυτών και του καταστήματος της εφεσίβλητης. Οπως, δε προκύπτει, και δεν αμφισβητείται, κατά τη διάρκεια αλλά ούτε και μετά την πρόκληση των επεισοδίων δεν υπήρχε καμία αστυνομική δύναμη στην περιοχή που βρίσκονταν το κατάστημα της εφεσίβλητης, για την καταστολή αυτών δεν πραγματοποιήθηκε οιαδήποτε σύλληψη, τα, δε, όργανα της Πυροσβεστικής ουδόλως επιχείρησαν για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς, και το κατάστημα καταστράφηκε ολοσχερώς. Εξάλλου, ο ειδικότερος λόγος έφεσης ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι τα όργανα διατάχθηκαν να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου επέμβασης σε περιστατικά βίας καθώς και από τη λήψη οποιουδήποτε κατασταλτικού μέσου στο προαναφερθέν υπ' αριθ. πρωτ. 1027/1/89-κε/8-12-2008 έγγραφο του Διευθυντή της ΔΑΘ/ΥΕΛ/ΤΕΣ, διότι αυτό, όπως προβάλλεται, αφορά σε άλλη χρονική περίοδο, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από τη χρονολογία και το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι αποτελεί διαταγή για την επιχειρησιακή αντιμετώπιση των πιθανών επεισοδίων κατά τις πορείες που είχαν εξαγγελθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης στις 8-12-2008. Οι έκνομες αυτές ενέργειες, ήταν αναμενόμενες, καθόσον ήταν σε γνώση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης η ιδιαίτερη σοβαρότητα της κατάστασης (βλ. σχετ. το υπ' αριθ .πρωτ. 3017/7/44/8-12-2008 έγγραφο του Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης) επιχειρούνται, δε, κατά τα κοινώς γνωστά, όπως συνέβη και εν προκειμένω, με αυτοσχέδια μέσα από ολιγομελείς ομάδες ατόμων, και, ως εκ τούτου, μπορούσαν να προβλεφθούν και να αντιμετωπισθούν μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων δράσης των αστυνομικών και πυροσβεστικών αρχών. Συνεπώς, η αποτροπή τους δεν υπερέβαινε τις δυνατότητες της αστυνομικής και πυροσβεστικής δύναμης, οι οποίες όφειλαν, ενεργούσες στα πλαίσια των καθηκόντων τους, κατά δέσμια υποχρέωση να επέμβουν αποτελεσματικά, ώστε να προστατεύσουν την περιουσία των πολιτών, όπως και το κατάστημα της εφεσίβλητης, από κάθε επαπειλούμενη βλάβη ή καταστροφή. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος έφεσης ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψιν της ότι τα αστυνομικά όργανα έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέγουν μεταξύ περισσοτέρων λύσεων την κατά την κρίση τους ενδεικνυόμενη, και δεν ερεύνησε εάν τα όργανα του Δημοσίου υπερέβησαν τα άκρα όρια της διακριτικής τους ευρείας, καθόσον, ενόψει αφενός μεν των προσιδιαζόντων στην αστυνομική υπηρεσία ιδιαιτέρων καθηκόντων και υποχρεώσεων και αφετέρου των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης, εν προκειμένω, προκύπτει ότι δεν είχαν ληφθεί τα απαραίτητα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα (πρβλ. ΣτΕ 1048/2016, 442/2012). Τέλος, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι τα όργανα του Δημοσίου προέβησαν στην προκειμένη περίπτωση σε συγκεκριμένες ενέργειες προς αποτροπή των ζημιών ή ότι απείχαν μεν από κάθε ενέργεια προς το σκοπό όμως προστασίας δικαιώματος κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα, υπέρτερης δε αξίας από το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (ΣτΕ 1049/2016, 952/2010, 648/2008, 307/2007, 3919, 3706/2001). Επομένως, εν προκειμένω υφίσταται παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου, καθόσον προέκυψε παραβίαση της από το νόμο προβλεπόμενης υποχρέωσης για προστασία της περιουσίας της εφεσίβλητης, και, οι περί του αντιθέτου, λόγοι έφεσης ότι δεν υφίσταται ευθύνη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, και ότι εν πάση περιπτώσει η ευθύνη αυτή αναιρείται διότι συνέτρεξαν λόγοι ανωτέρας βίας ή συνθήκες έκτακτης ανάγκης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση της εφεσίβλητης, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ, για τη ζημία που υπέστη, λόγω των κατά τα προαναφερθέντα παρανόμων παραλείψεων των οργάνων του, όπως ορθά και νόμιμα κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση.
7. Επειδή, περαιτέρω, το εκκαλούν αμφισβητεί το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης, προβάλλοντας ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ένσταση του Δημοσίου περί συντρέχοντος πταίσματος της εφεσίβλητης. Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος κατά το άρθρο 300 Αστικού Κώδικα είναι αυτοτελής και, ως τέτοιος, μπορεί να προβληθεί μόνο με την έκθεση απόψεων, στην προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, και όχι με υπόμνημα, διότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 Κ.Δ.Δ., με το υπόμνημα μπορεί να γίνει μόνο ανάπτυξη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών (ΣτΕ 596/2017, 1293/2015, πρβλ. ΣτΕ 1597/2001 και ΣτΕ 3725/1992, 3449/1994 7μ., 385/1996, 478/1998, 662, 2252/1999, 3981/2000, 4491/2001). Επομένως, ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ο σχετικός ισχυρισμός ως απαραδέκτως προβληθείς με το υπόμνημα. Για τον ίδιο λόγο απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος έφεσης ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο ισχυρισμός του ήδη εκκαλούντος Δημοσίου ότι η εφεσίβλητη …. έλαβε αποζημίωση από την ασφαλιστική της εταιρία, ορθά, δε, και νόμιμα, απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη, προεχόντως, ως απαραδέκτως προβληθείσα το πρώτον με το υπόμνημα, διότι αποτελεί ένσταση προς συμψηφισμό ζημίας και κέρδους (ΣτΕ 1585/2009, 2792/2008, 3214/2004, 3303/2001, 2171/2000) και μπορεί να προβληθεί μόνο με την έκθεση απόψεων. Εξάλλου, η ως άνω ένσταση για την οποία το σχετικό βάρος απόδειξης έχει ο ενιστάμενος (ΣτΕ 1792/2008) προεβλήθη κατά τρόπο υποθετικό, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων (πρβλ. ΣτΕ 4043/2013), και επομένως, εφόσον δεν κατέστη αντικείμενο της δίκης δεν ετίθετο, εν προκειμένω, ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας από το Δικαστήριο συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους ως μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας (ΣτΕ 296/2015, 866/2011). Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης του εκκαλούντος ότι κατ' εσφαλμένη αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού με την εκκαλουμένη επιδικάσθηκαν ποσά για την καταστροφή των αποθεμάτων- εμπορευμάτων, για τις καταστραφείσες συσκευές τρίτων που βρίσκονταν στο κατάστημα για επισκευή, και για την επισκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων, καθώς και για διαφυγόντα κέρδη είναι απορριπτέοι ως αορίστως και αναποδείκτως προβαλλόμενοι, και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη οι σχετικοί ισχυρισμοί με την ίδια αιτιολογία. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας με την επιδίκαση στην εφεσίβλητη …. ποσού ύψους 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας ενόψει των ως άνω περιστατικών -ολοσχερής καταστροφή του καταστήματος εξαιτίας της οποίας παρέμεινε κλειστό επί είκοσι ημέρες με συνεπακόλουθο την απώλεια της πελατείας της και την τρώση της εμπορικής της φήμης- κρίνεται εύλογο και δίκαιο (πρβλ. ΣτΕ 2508, 2202/2014, 710/2016, 2091/2017).
8. Επειδή, κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης … (άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
…..

 

Ερμού 1, 5ος Όροφος, Θεσσαλονίκη, 54625.  |  Τηλ. 2310.53.46.96    |  Fax. 2310.53.46.96  |  email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.