ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΙΔΡΥΜΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑΠΛΗΓΙΑΣ / ΤΕΤΡΑΠΛΗΓΙΑΣ ΩΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΙΔΙΟΜΟΡΦΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Η ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΣΕ ΤΕΚΝΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ ΔΕΝ ΚΩΛΥΕΙ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗΣ ΣΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΕΚΝΟ
Της Δικηγόρου Δρ. Βασιλικής Κωσταβάρα
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με τη με αριθμό 7261/2018 απόφασή του έκρινε ότι το εξωιδρυματικό επίδομα παραπληγίας – τετραπληγίας που προβλέπεται στο άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 1140/1981 αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφάλισης ιδιόμορφου χαρακτήρα και όχι συνταξιοδοτική παροχή. Η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος σε τέκνο συνταξιούχου του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ δεν αποκλείει την καταβολή της κατ΄ άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 προσαύξησης στον συνταξιούχο πατέρα, για το ίδιο τέκνο, καθώς δεν πρόκειται περί (οιονεί) συνταξιοδοτικής παροχής, μη συντρέχουσας στο πρόσωπο του τέκνου αυτού η προβλεπόμενη στις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 αρνητική προϋπόθεση της συνταξιοδότησής του.
Η υποχρέωση του Ν.Π.Δ.Δ., κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή, για την καταβολή τόκων επιδικίας αρχίζει από την, κατά την παρ. 1 του άρθρου 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, άσκηση της προσφυγής.
Αριθμός απόφασης 7261/2018
Αρ. Καταχώρησης: ΠΡ 1077/2011
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ
ΣΤ΄ ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με δικαστές τους Αναστασία Τζόλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ, Ανδρέα Σιγούρο και Μαρία Παπαδοπoύλου-Ευθυμιοπούλου (εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα την Ελένη Ξενιτίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία κατάθεσης 31.1.2011,
του …............, κατοίκου Θεσσαλονίκης …, για τον οποίο παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει, η δικηγόρος Βασιλική Κωτσαβάρα, η οποία νομιμοποιήθηκε με ιδιωτικό πληρεξούσιο,
κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)» και ήδη του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει, του δικηγόρου Παναγιώτη Γατέα διορισθέντος με πληρεξούσιο.
Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. τα υπ’ αρ. 4618834 και 2367504/31.1.2011 γραμμάτια είσπραξης παραβόλου, Σειράς Α΄), ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της υπ’ αρ. 15/συν. 2η/18.1.2010 αποφάσεως της Β΄ Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του καθ’ ου, με την οποία απορρίφθηκε ένσταση του προσφεύγοντος κατά της υπ’ αρ. πρωτ. 1652/19.1.2007 απόφασης του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος. Με την τελευταία απόφαση ανακλήθηκε η υπ’ αρ. 28737/31.10.2006 απόφαση του ίδιου Διευθυντή για τη χορήγηση προσαύξησης λόγω οικογενειακών βαρών στο βασικό ποσό της σύνταξης γήρατος του προσφεύγοντος για το χρονικό διάστημα από 31.3.2006 έως 31.3.2009 για το ανίκανο για βιοπορισμό τέκνο του ….. Επίσης, ζητείται, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του καθ’ ου να καταβάλει στον προσφεύγοντα αναδρομικά από 31.3.2006 την ανακληθείσα προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών στη σύνταξή του για το παραπάνω τέκνο νομιμοτόκως με το συνήθη τόκο υπερημερίας, από τότε που ήταν περιοδικά καταβλητέα μέχρι την πλήρη εξόφληση.
2. Επειδή, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 53 (παρ. 1) και 70 (παρ. 9) του ν. 4387/2016 (Α΄ 85), νομίμως παραστάθηκε και συνεχίζει την παρούσα δίκη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), στον οποίο εντάχθηκε από 1.1.2017, το καθ’ ου, ως καθολικός διάδοχός του.
3. Επειδή, με την παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδόσεως της παραπάνω ανακλητικής απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, ορίζεται ότι: «Το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας ή γήρατος προσαυξάνεται για το σύζυγο ή τη σύζυγο κατά το ποσό του ενός και μισού ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, εφόσον ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν ασκεί επάγγελμα ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού ή Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου. Η ανωτέρω προσαύξηση μετά τη χορήγησή της αποτελεί τμήμα του συνολικά καταβαλλόμενου ποσού σύνταξης και αναπροσαρμόζεται εφεξής κατά το ποσοστό αύξησης των συντάξεων του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. Αι κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου συντάξεις προσαυξάνονται κατά 20% δια το πρώτον τέκνον, 15% δια το δεύτερον τέκνον και 10% δια το τρίτον τέκνον, εφ΄ όσον είναι άγαμα και δεν ασκούν επάγγελμά τι ή δεν λαμβάνει δι΄ αυτά προσαύξησιν ο έτερος των συζύγων, εάν είναι συνταξιούχος ή δεν λαμβάνουν τα ίδια σύνταξιν εξ ασφαλιστικού Οργανισμού ή του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ [...]». Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 1759/1988 (Α΄50), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 προσαυξήσεις των συντάξεων για παιδιά χορηγούνται μέχρι το χρόνο συμπλήρωσης των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου 29, στην τελευταία δε αυτή παράγραφο ορίζεται ότι τα αναφερόμενα στην ίδια παράγραφο όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου για παιδιά, εγγόνια, προγονούς που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους επήλθε πριν από τη συμπλήρωση των οριζομένων ορίων ηλικίας. Εξάλλου, με την παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α΄ 68), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2042/1992 (Α΄ 75) ορίζονται τα εξής: «Ασφαλισμένοι φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κρινόμενοι από Ειδική Επιτροπή, ως πάσχοντες εκ τετραπληγίας – παραπληγίας με ποσοστό ιατρικής αναπηρίας 67% και άνω δικαιούνται μηνιαίου εξωιδρυματικού επιδόματος. Του αυτού επιδόματος δικαιούνται και τα μέλη οικογενείας των ησφαλισμένων τα πάσχοντα εκ της αυτής νόσου. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται εκ μιας μόνον πηγής. Το ύψος του ως άνω επιδόματος, αι κατηγορίαι δικαιούχων, αι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορηγήσεως και αναστολής καταβολής τούτου, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ρυθμίζονται δι΄ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών […]». Περαιτέρω, με την παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 1469/1984 (Α΄ 111), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 1876/1990 (Α΄ 27) ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση εργασίας αυτών που παίρνουν επίδομα τύπου σύνταξης με βάση τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 και των επιμέρους αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, καταβάλλεται ολόκληρο το δικαιούμενο ποσό του επιδόματος από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς».
4. Επειδή, η προβλεπόμενη με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 προσαύξηση στη σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας συνταξιούχου του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ που έχει τέκνο συντηρούμενο κυρίως από τον ίδιο, αποτελεί πρόσθετη κοινωνικοασφαλιστική παροχή, η οποία χορηγείται για την ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος του συνταξιούχου ενόψει του ότι αυτός, επωμιζόμενος το σχετικό οικογενειακό βάρος, θεωρείται ασθενέστερος από οικονομική άποψη, για το λόγο δε αυτό δεν χορηγείται προσαύξηση στη σύνταξη συνταξιούχου που, δεν φέρει το βάρος αυτό όπως, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το ως άνω τέκνο λαμβάνει το ίδιο σύνταξη (βλ. σχετ. ΣτΕ 1022/2005 7μ., 687/2005, 3005-3006/2005 7μ., 250/2011). Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις, η ανικανότητα του τέκνου προς εργασία λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να παραταθεί η χορήγηση της προσαύξησης αυτής στο συνταξιούχο γονέα και πέραν της συμπλήρωσης από το τέκνο των ηλικιακών ορίων που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951. Εξάλλου, από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 2042/1992 - με απάλειψη της αρχικώς θεσπισθείσας ως προϋπόθεσης για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος ανικανότητας προς εργασία - σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 4 του ν. 1469/1984, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 1876/1990, συνάγεται ότι το εξωιδρυματικό επίδομα παραπληγίας – τετραπληγίας αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφάλισης ιδιόμορφου χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 151/1990 Ολομ.) και όχι συνταξιοδοτική παροχή δεδομένου ότι αυτή χορηγείται, όχι μόνο σε συνταξιούχους, αλλά και σε αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένους, συνδέεται δε με τις ειδικότερες βιοτικές ανάγκες του πάσχοντος από συγκεκριμένες παθήσεις δικαιούχου και όχι με την ανικανότητα αυτού προς εργασία. Ενόψει των ανωτέρω, η χορήγηση του επιδόματος του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 1140/1981 που δεν αποτελεί «σύνταξη» σε τέκνο συνταξιούχου του αναιρεσείοντος Ταμείου αλλά, κατά τα προεκτεθέντα, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των πρόσθετων δαπανών που προκαλούνται από την πάθησή του, δεν αποκλείει τη χορήγηση της κατ΄ άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 προσαύξησης στο συνταξιούχο γονέα, για το ίδιο τέκνο, προς αντιμετώπιση των ενγένει δαπανών που προκαλεί η συντήρηση τέκνου (ΣτΕ 4718/2012).
5. Επειδή, τέλος, με τα άρθρα 7 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268) και 68 παρ. 2 και 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (εφεξής Κ.Διοικ.Δικ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), το διοικητικό πρωτοδικείο, όταν δικάζει επί προσφυγής η οποία στρέφεται κατά πράξεως οργάνων ασφαλιστικού οργανισμού απορριπτικής ασφαλιστικού αιτήματος, μπορεί όχι μόνο να ακυρώσει την πράξη, αλλά, έχοντας πλήρη δικαιοδοσία, να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο του ασφαλιστικού δικαιώματος, καθορίζοντας, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα, το ποσό της ασφαλιστικής παροχής στο προσήκον ύψος και επιδικάζοντας υπέρ του ασφαλισμένου τα οφειλόμενα ποσά για ασφαλιστικές παροχές από το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να αρχίσει, κατά τον νόμο, η καταβολή τους, καθώς και να επιδικάσει υπέρ αυτού και τους τυχόν οφειλόμενους νόμιμους τόκους ή τόκους υπερημερίας (βλ. ΣτΕ 1796/2017, ΣτΕ 1030/2015, ΣτΕ 3234/2013, ΣτΕ 2898/2007 7μελ., ΣτΕ 2019/2007 7μελ., πρβλ. ΣτΕ 1049/2006 7μελ., ΣτΕ 3778/1984 7μελ.). Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 126 του ως άνω Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθενται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται […]», στη δε παρ. 1 του άρθρου 128 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής: «Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε με τη μνεία της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας στους καθ’ ων τούτο στρέφεται, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο […]». Στις διατάξεις αυτές δεν προβλέπεται υποχρέωση του προσφεύγοντος να επιδώσει την προσφυγή στο πρόσωπο κατά του οποίου αυτή στρέφεται. Εξάλλου, για την προσφυγή δεν υπάρχουν στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διατάξεις αντίστοιχες με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 75 του ανωτέρω Κώδικα, οι οποίες ορίζουν ότι: «1. Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. 2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής, ως προς τον εναγόμενο, επέρχονται μόνο από την επίδοση της σε αυτόν, η οποία μπορεί να διενεργηθεί και από τον ενάγοντα […]». Συνεπώς, η υποχρέωση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή, για την καταβολή τόκων επιδικίας αρχίζει από την, κατά την παρ. 1 του άρθρου 126 του ιδίου Κώδικα, άσκηση της προσφυγής (βλ. ΣτΕ 1353/2009, 2202/2007, 3981/2006, πρβλ. ΣτΕ 1615/2006, 2537/1997, 2897/1995), χωρίς να έχει εφαρμογή, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, κατά το μέρος που ορίζει ότι η υποχρέωση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για την καταβολή τόκων αρχίζει από την επίδοση της αγωγής (βλ. ΣτΕ 1353/2009, 2202/2007, 3981/2006, πρβλ. ΣτΕ 1615/2006, 2668/1992), το οποίο εν προκειμένω ούτως ή άλλως δεν εφαρμόζεται στο σύνολό του, καθώς με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 437/1977 (Α΄ 134), το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε διαδοχικώς με το άρθρο 15 του ν.396/1976 (Α΄ 164) και το άρθρο 2 του ν. 578/1977 (Α΄106), το νομοθετικό διάταγμα περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δεν εφαρμόζεται στους ασφαλιστικούς οργανισμούς που τελούσαν εξαρχής υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (βλ. ΣτΕ 295/2011, ΣτΕ 199/2007), όπως το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Εξάλλου, δεν έχει ανάλογη εφαρμογή ούτε η παρ. 2 του άρθρου 75 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
6. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο προσφεύγων ασφαλισμένος στο καθ’ ου, γεννηθείς στις 29.12.1944, στις 31.3.2006 υπέβαλε την υπ’ αρ. πρωτ. 65090 αίτηση για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος, με την οποία ζήτησε παράλληλα να του χορηγηθεί προσαύξηση αυτής λόγω οικογενειακών βαρών για τη σύζυγό του, η οποία δεν συνταξιοδοτείται, και για καθένα από τα τρία τέκνα του με ημερομηνίες γέννησης 1981, 1984 και 1994, δηλώνοντας ότι το πρώτο τέκνο του, ..., δεν συνταξιοδοτείται, αλλά επιδοτείται. Με την υπ’ αρ. 14304/31.5.2006 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης του χορηγήθηκε πλήρης σύνταξη γήρατος από 31.3.2006, ήτοι από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αιτήσεώς του, προσαυξηθείσα λόγω οικογενειακών βαρών για τη σύζυγό του και για το δεύτερο και τρίτο τέκνο του. Ειδικά δε για το δεύτερο τέκνο του, το οποίο είναι σπουδαστής στο ΤΕΙ Καβάλας, χορηγήθηκε η προσαύξηση μέχρι την 31.8.2008 ή μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του (εφόσον συνεχίσει να σπουδάζει μέχρι τότε). Στη συνέχεια, με την υπ’ αρ. 28737/31.10.2006 απόφαση του Διευθυντή του παραπάνω Υποκαταστήματος του καθ’ ου επανυπολογίστηκε η σύνταξή του, καθώς του χορηγήθηκε προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών από 31.3.2006 μέχρι 31.3.2009 και για το πρώτο τέκνο του, ..., το οποίο σύμφωνα με την υπ’ αρ. 4013/2.8.2006 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΥΕ) διαπιστώθηκε ότι είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία λόγω βαριάς νοητικής υστέρησης και ότι η ανικανότητα αυτή επήλθε προ του 18ου έτους της ηλικίας της. Για το μεταγενέστερο δε χρονικό διάστημα αποφασίστηκε να επανεξεταστεί. Εν τω μεταξύ, δυνάμει της υπ’ αρ. 3271/11.3.1985 απόφασης του Διευθυντή του ίδιου Υποκαταστήματος του καθ’ ου είχε χορηγηθεί στο τέκνο αυτό και επίδομα τετραπληγίας – παραπληγίας από 24.1.1985 εφόρου ζωής, καθώς διαπιστώθηκε ότι είναι παραπληγικό συνεπεία παιδικής εγκεφαλοπάθειας. Λόγω δε της καταβολής του παραπάνω επιδόματος τετραπληγίας-παραπληγίας στο εν λόγω τέκνο αποφασίστηκε με την υπ’ αρ. 1652/19.1.2007 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης η ανάκληση της προαναφερθείσας απόφασης υπ’ αρ. 28737/31.10.2006 περί χορήγησης προσαύξησης της σύνταξης του προσφεύγοντος για το τέκνο αυτό, καθώς θεωρήθηκε ότι δεν είναι νόμιμη η παράλληλη καταβολή και των δύο εν λόγω παροχών και συνακόλουθα μη νομίμως παρέλειψε ο προσφεύγων να δηλώσει στην αίτηση συνταξιοδότησής του ότι για το τέκνο του αυτό είχε χορηγηθεί το επίδομα τετραπληγίας- παραπληγίας. Κατά της απόφασης αυτής ο προσφεύγων άσκησε ένσταση ενώπιον της αρμόδιας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ισχυριζόμενος ότι η αιτιολογία ανάκλησης της παραπάνω απόφασης είναι μη νόμιμη, καθώς το επίδομα τετραπληγίας που λαμβάνει το τέκνο του, ..., δεν αποτελεί συνταξιοδοτική παροχή. Ωστόσο η ένστασή του, μετά την κλήση του σε ακρόαση, απορρίφθηκε με την υπ’ αρ. 15/συν. 2η/18.1.2010 απόφαση της Β΄ Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του καθ’ ου, με την αιτιολογία ότι το επίδομα τετραπληγίας – παραπληγίας (εξωιδρυματικό) αποτελεί παροχή του κλάδου σύνταξης, η οποία είναι προσωποπαγής και αμεταβίβαστη (σχετ. η Εγκύκλιος του καθ’ ου με αρ. 150/81), σύμφωνα δε με το υπ’ αρ. 203891/Φ36/10.6.1982 γενικό έγγραφο του καθ’ ου η είσπραξη του επιδόματος αυτού από μέλος της οικογένειας του συνταξιούχου αποκλείει τη χορήγηση της προσαύξησης οικογενειακών βαρών της σύνταξής του για το μέλος αυτό. Ήδη με την κρινόμενη προσφυγή ζητείται η ακύρωση της παραπάνω απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής λόγω της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, αιτιολογίας της, καθώς το επίδομα τετραπληγίας- παραπληγίας δεν εξομοιώνεται με σύνταξη, η οποία αποκλείει τη χορήγηση της επίδικης προσαύξησης της σύνταξης και δεν δικαιολογείται εν προκειμένω διασταλτική ερμηνεία του νόμου.
7. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 4, η χορήγηση του προβλεπόμενου στο άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 1140/1981 επιδόματος τετραπληγίας – παραπληγίας σε τέκνο συνταξιούχου του καθ’ ου Ταμείου δεν αποκλείει την καταβολή της κατ΄ άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 προσαύξησης στον συνταξιούχο πατέρα, για το ίδιο τέκνο, καθώς δεν πρόκειται περί (οιονεί) συνταξιοδοτικής παροχής και άρα η χορήγηση του σε τέκνο συνταξιούχου δεν κωλύει τη χορήγηση προσαύξησης στη σύνταξη του γονέα του για το ίδιο τέκνο, δεδομένου ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του τέκνου αυτού η προβλεπόμενη στις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 αρνητική προϋπόθεση της συνταξιοδότησής του, κρίνει ότι μη νομίμως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής η ένσταση του προσφεύγοντος κατά της απόφασης του Διευθυντή που παρανόμως ανακάλεσε τη χορήγηση της προσαύξησης της σύνταξής του για το ανίκανο τέκνο του, ...με την παραπάνω αιτιολογία. Εξάλλου, ο προσφεύγων είχε δηλώσει στην αίτηση συνταξιοδότησής του ότι το εν λόγω τέκνο του επιδοτείται. Συνεπώς, η απόφαση αυτή της ΤΔΕ όπως και η ενσωματωθείσα σ’ αυτήν 1652/2007 απόφαση του οικείου Διευθυντή πρέπει να ακυρωθεί και κατ’ αποδοχή της ένστασης του προσφεύγοντος να αναγνωριστεί ότι δικαιούται την επίδικη προσαύξηση της σύνταξής του λόγω οικογενειακών βαρών και για το ανίκανο για βιοπορισμό τέκνο του, ..., από 30.3.2006 έως 31.3.2009, όπως αυτή αρχικά είχε χορηγηθεί δυνάμει της υπ’ αρ. 28737/31.10.2006 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης, η οποία και αναβιώνει κατά τα ως άνω, νομιμοτόκως από την κατάθεση της προσφυγής (31.1.2011) με επιτόκιο 6% ετησίως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου. (ν.δ. 26-6/10-7-1944, Α΄ 139), το οποίο ισχύει και για τις οφειλές του καθ’ ου Ιδρύματος (ΣτΕ 2534/2017, 4096/2015, 2505/2014 κ.α.) και το οποίο, όπως κρίθηκε (ΑΕΔ 25/2012, ΣτΕ 2114/2014) δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα (αρ. 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄) αλλά ούτε και στα άρθρα 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, ούτε στα άρθρα 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
8. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η υπ’ αρ. 15/συν. 2η/18.1.2010 αποφάσεως της Β΄ Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του καθ’ ου και να αναγνωρισθεί ότι ο προσφεύγων δικαιούται την επίδικη προσαύξηση κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από 31.1.2011 έως την εξόφληση. Τέλος, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον προσφεύγοντα (άρθρο 277 παρ. 9 Κ.Διοικ.Δικ.) και να καταλογιστεί σε βάρος του καθ’ ου μέρος των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος, ύψους διακοσίων (200) ευρώ (άρθρο 275 παρ. 1 Κ.Διοικ.Δικ.)
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
-Δέχεται την προσφυγή.
-Ακυρώνει την υπ’ αρ. 15/συν. 2η/18.1.2010 αποφάση της Β΄ Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του καθ’ ου.
-Αναγνωρίζει ότι ο προσφεύγων δικαιούται την προσαύξηση της σύνταξής του λόγω οικογενειακών βαρών για το τέκνο του, ..., δυνάμει της υπ’ αρ. 28737/31.10.2006 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του καθ’ ου, για το διάστημα από 30.3.2006 έως 31.3.2009 νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως, από 31.1.2011 μέχρι την εξόφληση.
-Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον προσφεύγοντα.
-Καταλογίζει σε βάρος του καθ’ ου δικαστικά εξόδα του προσφεύγοντος, ύψους διακοσίων (200) ευρώ.
Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Θεσσαλονίκη ...
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
EN
GR