Αποκλεισμός υποψήφιου προμηθευτή για ψευδή δήλωση στο ΕΕΕΣ
Δημόσιος διαγωνισμός για την ανάθεση προμήθειας. – Σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια του υποψήφιου οικονομικού φορέα κατά την εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης. – άρθ. 73 παρ.4 στ΄ Ν.4412/2016. - Συνέπειες ψευδούς δηλώσεως στο ΕΕΕΣ. - Δυνατότητα αποκλεισμού υποψηφίου στο στάδιο του ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης.
Του Γιώργου Τσερκέζη, ΔΝ Δικηγόρου
«Γνωμοδότηση σχετικά με την έννοια της σοβαρής και της επαναλαμβανόμενης πλημμέλειας κατά την εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης, με τις συνέπειες της ψευδούς δήλωσης στο ΕΕΕΣ και τη δυνατότητα αποκλεισμού υποψηφίου στο στάδιο του ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης».
Σε συνέχεια του με αρ. πρωτ. εισ. ……./11.9.2020 εγγράφου σας με το οποίο διαβιβάσατε στη Δ/νση Νομικής Υποστήριξης ερώτημα σχετικά με την έννοια της σοβαρής και της επαναλαμβανόμενης πλημμέλειας κατά την εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης, με τις συνέπειες της ψευδούς δήλωσης στο ΕΕΕΣ και τη δυνατότητα αποκλεισμού υποψηφίου στο στάδιο του ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης του διαγωνισμού προμήθειας μηχανημάτων και αναλωσίμων / ανταλλακτικών της εταιρίας “…….”, σας επισημαίνουμε τα παρακάτω:
Σύμφωνα με το τεθέν υπόψη της Δ/νσης Νομικής Υποστήριξης ιστορικό, η συμμετέχουσα εταιρία …… κατά τη συμπλήρωση της υπεύθυνης δήλωσης - ένδειξης στο πεδίο « Πρόωρη καταγγελία, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις» στο υποβληθέν από αυτήν ΕΕΕΣ, δήλωσε ΟΧΙ και άφησε κενό το πεδίο για τα μέτρα επανόρθωσης. Πλην όμως από την με αρ……. Πράξη του ΣΤ΄ Κλιμακίου του ΕλΣυν προέκυψε ότι η εν λόγω εταιρία στα πλαίσια άλλης διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης είχε υποβάλλει θετική δήλωση ΝΑΙ στο αντίστοιχο πεδίο του ΕΕΕΣ δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι : 1). κηρύχθηκε έκπτωτη με την με αρ. Φ…….. 2018 απόφαση της ΑΣΔΥΣ από τη κατακύρωση της πρώτης εκτελεστικής σύμβασης της συμφωνίας –πλαισίου για το λόγο ότι είχε υποβάλει τα δικαιολογητικά κατακύρωσης με μορφή μηνύματος και όχι μέσω του ενδεδειγμένου ηλεκτρονικού χώρου , 2) είχε κηρυχθεί έκπτωτη με την με αρ. …… /2017 απόφαση του Οργανισμού Λιμένος Βόλου για λόγους που αφορούσαν τυπική της πλημμέλεια εκδηλωθείσα κατά το στάδιο πριν τη κατακύρωση του διαγωνισμού χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, ενώ δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση , 3) είχε κηρυχθεί έκπτωτη με την με αρ…… /2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου του…… για το λόγο ότι υπέβαλε τιμολόγια/δελτία αποστολής πριν τη παράδοση των υπό προμήθεια αγαθών έχοντας ζητήσει παράταση προθεσμίας μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, ενώ εκκρεμεί ο προσδιορισμός δικασίμου για την εκδίκαση ασκηθείσας προσφυγής της στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, και 4) είχε κηρυχθεί έκπτωτη με την ……. /2019 απόφαση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας για το λόγο ότι δεν παρέδωσε υπό προμήθεια είδη , ενώ έχει ασκήσει κατ’ αυτής προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών χωρίς ακόμη να προσδιορισθεί δικάσιμος.
Ενόψει τούτων, η Επιτροπή έθεσε το ερώτημα προκειμένου να γνωμοδοτήσει η Δ/νση Νομικής Υποστήριξης σχετικά με την έννοια της σοβαρής και της επαναλαμβανόμενης πλημμέλειας κατά την εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης, με τις συνέπειες της ψευδούς δήλωσης στο ΕΕΕΣ και τη δυνατότητα αποκλεισμού υποψηφίου στο στάδιο του ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης του διαγωνισμού προμήθειας μηχανημάτων και αναλωσίμων / ανταλλακτικών της εταιρίας ……… .
α) Επί της εννοίας της σοβαρής και της επαναλαμβανόμενης πλημμέλειας κατά την εκτέλεση προηγούμενης σύμβασης
Η διάταξη του άρθρου 73 παρ.4 στ΄ Ν.4412/2016 ως προβλέπουσα δυνητικό λόγο αποκλεισμού υποψηφίου σε διαγωνισμό για ανάθεση δημόσιας σύμβασης συνιστά στοιχείο κρίσης και επιλογής της αναθέτουσας κατά το στάδιο της κατάρτισης των συμβατικών τευχών, οπότε εφόσον επιλεγούν και συμπεριληφθούν στη διακήρυξη, θεσπίζονται κανόνες υποχρεωτικής εφαρμογής κατά δέσμια αρμοδιότητα της αναθέτουσας αρχής (βλ. Κατευθυντήρια Οδηγία ΕΑΑΔΗΣΥ 20, αριθμ. απόφ. 42/30-5-2017).
Έτσι, εφόσον στη διακήρυξη προβλέπεται ως λόγος αποκλεισμού η σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, τότε σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 73 παρ.4 στ΄ Ν.4412/2016 η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποκλείει από τη συμμετοχή οικονομικό φορέα, εάν αυτός έχει επιδείξει σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης, προηγούμενης σύμβασης με αναθέτοντα φορέα ή προηγούμενης σύμβασης παραχώρησης, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της προηγούμενης σύμβασης, αποζημιώσεις ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις. Η περ. στ της παρ. 4 του άρθρου 73 ν. 4412/2016 αποτελεί νέο λόγο αποκλεισμού, ο οποίος δεν προβλεπόταν ρητώς στο προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (Οδηγία 2004/18/ΕΚ και π.δ. 60/2007), ωστόσο καλυπτόταν υπό την ευρύτερη έννοια του “σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος του οικονομικού φορέα σε σχέση με την επαγγελματική του ιδιότητα”, όπως προβλεπόταν στο άρθρο 43 παρ. 2 περ. δ' του π.δ. 60/2007 (βλ. Κατευθυντήρια Οδηγία 20 ΕΑΑΔΗΣΥ).
Ο λόγος αυτός αποκλεισμού συνδέεται με προβλήματα συμβατικής συμπεριφοράς κατά την εκτέλεση προηγούμενων συμβάσεων, προβλέποντας ότι ο αποκλεισμός από τη συμμετοχή μπορεί να οφείλεται σε προηγούμενες πλημμέλειες είτε “επαναλαμβανόμενες” είτε “σοβαρές”, διότι, λ.χ., λαμβάνουν χώρα εκ προθέσεως ενέχουν δόλια συμπεριφορά ή εξαιτίας των επιπτώσεών τους. Ακόμα και αν η εν λόγω πλημμελής συμπεριφορά κατά την εκτέλεση προηγούμενων συμβάσεων δεν είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία ή άλλες παρόμοιες κυρώσεις, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί ο υπό εξέταση λόγος αποκλεισμού της περ. στ' της παρ. 4 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να εξετάσει κατά πόσο η εν λόγω πλημμελής εκτέλεση μπορεί να υπαχθεί στην πιο γενική έννοια του “σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος που θέτει εν αμφιβόλω την ακεραιότητα του οικονομικού φορέα” της περ. θ' της παρ. 4 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016 ώστε να αποκλείσει τον οικονομικό φορέα.
Η μη τήρηση από οικονομικό φορέα των συμβατικών του υποχρεώσεων μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ως επαγγελματικό παράπτωμα. Εν πάση περιπτώσει, το “σοβαρό παράπτωμα” υποδηλώνει συνήθως συμπεριφορά του οικείου οικονομικού φορέα που ενέχει πρόθεση διαπράξεως παραπτώματος ή αμέλεια ορισμένου βαθμού. Έτσι οποιαδήποτε εσφαλμένη ανακριβής ή πλημμελής εκτέλεση συμβάσεως ή μέρους αυτής μπορεί ενδεχομένως να τεκμηριώσει περιορισμένη επαγγελματική επάρκεια του συγκεκριμένου οικονομικού φορέα, αλλά δεν ισοδυναμεί αυτόματα με σοβαρό παράπτωμα. Περαιτέρω, για τη διαπίστωση της υπάρξεως “σοβαρού παραπτώματος” απαιτείται, κατ’ αρχήν να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη εκτίμηση και να εξατομικευθεί η στάση του οικείου οικονομικού φορέα. Ακόμη και σε περίπτωση διαγωνισμού κατά τον οποίο προβλέπεται από τη Διακήρυξη ότι η διάπραξη σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος συνιστά λόγο αποκλεισμού, δεν μπορεί, μόνη η διάπραξη του αδικήματος να συνιστά λόγο αποκλεισμού (πρβλ. αιτιολογική σκέψη 101 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ), εφόσον δεν κριθεί αιτιολογημένα κατά πόσον αυτός ο λόγος επηρεάζει τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία του διαγωνιζομένου (ΕΑ ΣτΕ 428/2011), πολλώ, δε, μάλλον όταν δεν πρόκειται για νομικά «εκκαθαρισμένη» υπόθεση δηλ. αναμένονται αποφάσεις ενόψει ασκήσεως ενδίκων μέσων (βλ. σχετικά και την με αρ. 170/04.10.2017 Πράξη του Στ Κλιμακίου Ελ. Συν).
Η διάταξη της περ. στ της παρ. 4 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016 απαιτεί η πλημμέλεια να είναι σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη, δηλαδή η οικεία πλήρωση είναι διαζευκτική και όχι σωρευτική. Επομένως, κατά τη γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ο οικονομικός φορέας δύναται να εμπίπτει στον οικείο λόγο αποκλεισμού, εφόσον επέδειξε «σοβαρή» πλημμέλεια ή εφόσον διέπραξε πέραν της μία ελάσσονες παρατυπίες (βλ. αιτιολογική σκέψη με αρ. 101 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ).
Ειδικότερα, για τη διαπίστωση της υπάρξεως “σοβαρής πλημμέλειας” απαιτείται, κατ’ αρχήν, να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη εκτίμηση και να εξατομικευθεί η στάση του οικείου οικονομικού φορέα, η δε εκτίμηση της αναθέτουσας αρχής οφείλει να διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ομοίως αιτιολογική σκέψη 101 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ), και η όποια απόφαση θα πρέπει να ληφθεί αιτιολογημένα, ήτοι δηλαδή κατά πόσον αποτελεί σοβαρή πλημμέλεια και κατά πόσο αυτός ο λόγος επηρεάζει τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία του διαγωνιζομένου. Για να προβεί σ’ αυτή την αξιολόγηση η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες εχώρησε η έκπτωση όσο και τις τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις των αναθετουσών αρχών που έλαβαν τις αποφάσεις για την κήρυξη έκπτωσης για τη δημιουργία της οικείας καταστάσεως. Ο οικονομικός φορέας έχει τη δυνατότητα ν’ αναφέρει αναλυτικά τα μέτρα τα οποία έλαβε προς αποκατάσταση της αξιοπιστίας της (π.χ. να αναφέρει την επιδίωξη δικαστικής προσβολής της μέσω εκκρεμούσης, κατά τον χρόνο εξέτασης της προσφοράς της από την ορισθείσα Επιτροπή Διαγωνισμού, προσφυγής ουσίας- τις ιδιαίτερες περιστάσεις εκτέλεσης της σύμβασης που οδήγησαν στην έκπτωσή του κλπ), ώστε να δώσει την ευκαιρία στην Επιτροπή Διαγωνισμού και συνακόλουθα και στο αποφασίζον όργανο της αναθέτουσας αρχής να συνεκτιμήσει τα ανωτέρω στοιχεία, προκειμένου τελικώς να αποφασίσει εάν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας και ακεραιότητας του και ως εκ τούτου εάν θα προχωρήσει στον αποκλεισμό του από το επόμενο διαγωνιστικό στάδιο ή όχι.
Επομένως, εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι η τελική εκτίμηση της «σοβαρότητας» της πλημμέλειας εναπόκειται βάσει του άρθρου 73 του ν. 4412/2016, στην κρίση της εκάστοτε αναθέτουσας αρχής.
Στην περίπτωση όπου υποβάλλεται ενώπιον της αναθέτουσας αρχής ΕΕΕΣ με το οποίο ο οικονομικός φορέας δηλώνει έκπτωση του από προγενέστερες δημόσιες συμβάσεις, ναι μεν αυτός δεν αποκλείεται αυτόματα, όπως θα συνέβαινε εάν ενέπιπτε στην παρ. 1 του άρθρου 73 του εν λόγω νόμου, είναι, όμως, δυνατόν να αποκλεισθεί εφόσον η αναθέτουσα αρχή κρίνει αιτιολογημένα ότι η προηγουμένως κηρυχθείσα έκπτωση του επηρεάζει τη φερεγγυότητα ή την επαγγελματική αξιοπιστία του (βλ. κατ’ αναλογία ΣτΕ 260/2008 σκ.7).
Επειδή το άρθρο 203 του Ν. 4412/2016 με τίτλο «Κήρυξη οικονομικού φορέα εκπτώτου» προβλέπει ότι : «1. Ο ανάδοχος κηρύσσεται υποχρεωτικά έκπτωτος από την ανάθεση που έγινε στο όνομα του και από κάθε δικαίωμα που απορρέει από αυτήν, με απόφαση του αρμοδίου αποφαινόμενου οργάνου, ύστερα από γνωμοδότηση του αρμόδιου οργάνου: α) στην περίπτωση της παραγράφου 5 του άρθρου 105, β) σε περίπτωση δημόσιας σύμβασης προμηθειών, εφόσον δε φόρτωσε, παρέδωσε ή αντικατέστησε τα συμβατικά υλικά ή δεν επισκεύασε ή συντήρησε αυτά μέσα στον συμβατικό χρόνο ή στον χρόνο παράτασης που του δόθηκε, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 206, γ) στην περίπτωση δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών: αα) αν δεν εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφωθεί με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας, που είναι σύμφωνες με την σύμβαση ή τις κείμενες διατάξεις και ββ) αν υπερέβη υπαίτια τη συνολική προθεσμία εκτέλεσης της σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη των παρατάσεων.2. Στην περίπτωση συνδρομής λόγου έκπτωσης του αναδόχου από σύμβαση παροχής υπηρεσιών κατά την περίπτωση γ' της παραγράφου 1, η αναθέτουσα αρχή κοινοποιεί στον ανάδοχο ειδική όχληση, η οποία μνημονεύει τις διατάξεις του άρθρου αυτού και περιλαμβάνει συγκεκριμένη περιγραφή των ενεργειών στις οποίες οφείλει να προβεί ο ανάδοχος θέτοντας προθεσμία για τη συμμόρφωσή του. Η τασσόμενη προθεσμία πρέπει να είναι εύλογη και ανάλογη της διάρκειας της σύμβασης και πάντως όχι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών. Αν η προθεσμία, που τέθηκε με την ειδική όχληση, παρήλθε χωρίς ο ανάδοχος να συμμορφωθεί, κηρύσσεται έκπτωτος μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας συμμόρφωσης, με απόφαση της αναθέτουσας αρχής. Στην απόφαση προσδιορίζονται οι λόγοι της μη συμμόρφωσης του αναδόχου προς την ειδική όχληση και αιτιολογείται η έκπτωση με αναφορά στους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν. 3. Ο οικονομικός φορέας δεν κηρύσσεται έκπτωτος από την κατακύρωση ή ανάθεση ή την σύμβαση όταν: α) Η σύμβαση δεν υπογράφηκε ή το υλικό δεν φορτώθηκε ή παραδόθηκε ή αντικαταστάθηκε με ευθύνη του φορέα που εκτελεί τη σύμβαση. β) Συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας. 4. Στον οικονομικό φορέα που κηρύσσεται έκπτωτος από την κατακύρωση, ανάθεση ή σύμβαση, επιβάλλονται, με απόφαση του αποφαινόμενου οργάνου, ύστερα από γνωμοδότηση του αρμοδίου οργάνου, το οποίο υποχρεωτικά καλεί τον ενδιαφερόμενο προς παροχή εξηγήσεων, αθροιστικά, οι παρακάτω κυρώσεις: α) Ολική κατάπτωση της εγγύησης συμμετοχής ή καλής εκτέλεσης της σύμβασης, κατά περίπτωση. β) Είσπραξη εντόκως της προκαταβολής που χορηγήθηκε στον έκπτωτο από τη σύμβαση ανάδοχο είτε από ποσόν που δικαιούται να λάβει είτε με κατάθεση του ποσού από τον ίδιο είτε με κατάπτωση της εγγύησης προκαταβολής. Ο υπολογισμός των τόκων γίνεται από την ημερομηνία λήψης της προκαταβολής από τον προμηθευτή μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης κήρυξης του ως εκπτώτου, με το ισχύον κάθε φορά ανώτατο όριο επιτοκίου για τόκο από δικαιοπραξία, από την ημερομηνία δε αυτή και μέχρι της επιστροφής της, με το ισχύον κάθε φορά επιτόκιο για τόκο υπερημερίας. Επιπλέον μπορεί να επιβληθεί προσωρινός αποκλεισμός του αναδόχου από το σύνολο των συμβάσεων προμηθειών ή υπηρεσιών των φορέων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 74».
Όσον αφορά την πρώτη από τις αναφερόμενες στο ιστορικό απόφαση κήρυξης έκπτωσης της εταιρίας …… με αρ. ……. 2018 της ΑΣΔΥΣ/ΔΠΜ, προκύπτει ότι το ανακύψαν ζήτημα αφορούσε τα δικαιολογητικά κατακύρωσης που όφειλε να υποβάλει προκειμένου να καταστεί ανάδοχος, ήτοι δεν είχε καν συναφθεί δημόσια σύμβαση, ώστε να καταγγελθεί ούτε υφίστατο πλημμέλεια ως προς την εκτέλεσή της, επιπλέον δε, δεν δύναται να προκύψει από τέτοια πλημμέλεια εντός διαγωνιστικής ακόμη διαδικασίας, σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα της. Η έκπτωση προϋποθέτει σύμβαση εκ της οποίας εκπίπτει ο ανάδοχος, και για το λόγο αυτό η ισχύουσα διάταξη του άρ. 103 παρ. 5 Ν. 4412/2016 αναφέρεται σε απόρριψη και όχι σε έκπτωση. Για τη δεύτερη απόφαση κήρυξης έκπτωσης δεν προκύπτει από τα συνημμένα που απεστάλησαν ούτε από το ιστορικό ο λόγος κήρυξης της έκπτωσης. Η τρίτη και τέταρτη απόφαση κήρυξης έκπτωσης επικαλούνται σαφώς πλημμέλειες της αναδόχου εταιρίας ως προς την εκτέλεση ανατεθειμένων συμβάσεων που θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ως λόγος δυνητικού αποκλεισμού της εφόσον κριθεί αιτιολογημένα με συγκεκριμένες αναφορές ότι θέτουν ζήτημα αξιοπιστίας, επαγγελματικής επάρκειας και φερεγγυότητας της υποψήφιας εταιρίας.
H υπαγωγή των ανά περίπτωση περιστατικών, δηλαδή των αναφερομένων τεσσάρων περιπτώσεων κήρυξης της εταιρίας ….. εκπτώτου από προηγούμενες αναθέσεις, στην ως άνω μορφή λόγων αποκλεισμού, δεν συνιστά αντικειμενικό ζήτημα, αλλά υπάγεται στην κρίση και αξιολογική ευχέρεια της αναθέτουσας, όπως προκύπτει και από τη διατύπωση της περ. στ’ παρ. 4 άρ. 73 Ν. 4412/2016 («σοβαρή πλημμέλεια», «επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια» «ουσιώδους απαίτησης») και περ. θ’ («με κατάλληλα μέσα», «σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα», «θέτει εν αμφιβόλω την ακεραιότητά του»). H δε περί τούτου κρίση της εμπίπτει στα όρια της διακριτικής της ευχέρειας (ελέγχεται μόνο για υπέρβαση των ακραίων ορίων της) και φυσικά ούτε η ΑΕΠΠ δύναται η ίδια κατά το δικό της κριτήριο να ορίσει ποια πλημμέλεια πρέπει να θεωρήσει η αναθέτουσα σοβαρή ή θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της τελευταίας, αφού ούτως θα υπεισερχόταν σε ίδια αξιολογική κρίση, άρα και στις αρμοδιότητες της αναθέτουσας, όλως ανεπίτρεπτα.
β) Επί των συνεπειών της «ψευδούς ή ανακριβούς δηλώσεως» στο ΕΕΕΣ
Η αναθέτουσα αρχή δεν δύναται να κρίνει τη σοβαρότητα της πλημμέλειας εάν ο ίδιος ο οικονομικός φορέας δεν παράσχει τη σχετική πληροφορία περί έκπτωσης στο ειδικό προς τούτο πεδίο του ΕΕΕΣ. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη με αρ. 102 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, ρητά αναφέρεται ότι «οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν να εξετάζονται τα μέτρα συμμόρφωσης που λαμβάνονται με σκοπό την πιθανή συμμετοχή τους στη διαδικασία προμήθειας. Ο ίδιος ο ευνοϊκός υπέρ και των οικονομικών φορέων θεσμός της προκαταρκτικής απόδειξης, πλήττεται καίρια και ματαιώνεται ως προς τον σκοπό του, εκθέτοντας την αναθέτουσα και τρίτους συνδιαγωνιζομένους σε κινδύνους, προσβάλλει δε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας και, επομένως, και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, σε περίπτωση εκούσιας ή μη, ανακρίβειας, αποσιώπησης ή παράλειψης πληροφοριών ή και αναλήθειας εκ μέρους των δηλούντων δια του ΕΕΕΣ οικονομικών φορέων. Τούτο, ιδίως όταν οι οικείες αποκρυφθείσες, παραλειφθείσες ή αναληθώς δηλωθείσες πληροφορίες σχετίζονται με περίσταση η οποία αν ήταν γνωστή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλεισμό του φορέα από τη σύναψη της σύμβασης δια πληρώσεως λόγου αποκλεισμού του άρ. 73 του Ν. 4412/2016, αφού ειδικώς σε αυτές τις περιπτώσεις διακινδυνεύεται η σύναψη σύμβασης, και δη εις βάρος κατάλληλων και νομίμως μετεχόντων στη διαδικασία ανάθεσης σύμβασης άλλων φορέων.
Ως εκ τούτου, η εκ μέρους ενός οικονομικού φορέα αναληθής δήλωση, αλλά και απόκρυψη σχετικών πληροφοριών, οι οποίες δύνανται ή ενδέχεται να στοιχειοθετήσουν, καταλήξουν ή να ερμηνευτούν από την αναθέτουσα ως λόγοι αποκλεισμού, συνιστούν αυτοτελείς λόγους κήρυξης της συνολικής προσφοράς ως απαραδέκτου και αποκλεισμού του δηλούντος δια του ΕΕΕΣ οικονομικού φορέα. Όταν οι οικονομικοί φορείς προβαίνουν στη σχετική δήλωση όχι μόνο δεν επέρχεται ο αυτόματος αποκλεισμός τους αλλά τους παρέχεται η δυνατότητα να εκθέσουν ενώπιον της αναθέτουσας αρχής τους λόγους για τους οποίους δεν διακυβεύεται σε περίπτωση εκ μέρους τους ανάληψης της σύμβασης, η ορθή εκτέλεσης της. Ειδικότερα, η κατά τα ως άνω σχετική δήλωση εκ μέρους του οικονομικού φορέα στο ΕΕΕΣ του περί συνδρομής στο πρόσωπο του κάποιας κατά τα ως άνω περίστασης αποκλεισμού, μαζί με την εκ μέρους του παράθεση εξηγήσεων, λεπτομερειών, ως και ανάλυση των τυχόν επανορθωτικών μέτρων που ο ίδιος έλαβε, συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την περαιτέρω θεμελίωση της υπέρ αυτού ευνοϊκής διαδικασίας του άρ. 73 παρ. 7 επ.
Τουναντίον, ως παρεπόμενη συνέπεια της μη δήλωσης εκ μέρους του οικονομικού φορέα, των περιπτώσεων πρόωρης καταγγελίας προηγούμενης δημόσιας σύμβασης ή άλλων ανάλογων κυρώσεων είναι δυνατόν να επέλθει η υπαγωγή του στην περίπτωση η) ή/και ζ) της παρ. 4 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποκλείει οικονομικό φορέα, εάν έχει κριθεί ένοχος σοβαρών ψευδών δηλώσεων κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται από την αναθέτουσα αρχή για την εξακρίβωση της απουσίας των λόγων αποκλεισμού ή την πλήρωση των κριτηρίων επιλογής, έχει αποκρύψει τις πληροφορίες αυτές ή δεν είναι σε θέση να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που απαιτούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 79 του ν. 4412/2016.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε, κατά την άποψη της Δ/νσης Νομικής Υποστήριξης, υποχρέωση της εταιρίας …… να δηλώσει τις ως άνω αποφάσεις έκπτωσής της καθώς το γεγονός ότι είχε προσβάλλει δικαστικά τις εν λόγω κυρώσεις ουδόλως την απάλλασσε από την υποχρέωση να προβεί στην σχετική γνωστοποίηση του εν λόγω γεγονότος στο ΕΕΕΣ.
γ) Η δυνατότητα αποκλεισμού υποψηφίου στο στάδιο του ελέγχου των δικαιολογητικών κατακύρωσης
Αν ο προσωρινός ανάδοχος κριθεί κατά το στάδιο των δικαιολογητικών κατακύρωσης ότι δεν πληροί πλέον ή δεν πληρούσε εξαρχής τα κριτήρια επιλογής, τότε κατά τις ειδικές περί τούτου διατάξεις του άρ. 103 παρ. 3 και 5 Ν. 4412/2016, δηλαδή είτε αν τα δηλωθέντα στο ΕΕΕΣ του στοιχεία ήταν ανακριβή είτε αν σε κάθε περίπτωση δεν αποδειχθεί θετικά και οριστικά η μη συνδρομή των λόγων αποκλεισμού ή η πλήρωση του συνόλου των κριτηρίων επιλογής, τότε η προσφορά του απορρίπτεται και η κατακύρωση λαμβάνει χώρα στον προσφέροντα που υπέβαλε την αμέσως επόμενη πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, χωρίς καν να λαμβάνεται υπόψη η προσφορά του προσφέροντος που απορρίφθηκε.
EN
GR